Γιατί δυσκολευόμαστε να βάλουμε όρια;

Όταν το «όχι» μοιάζει με απειλή για τη σχέση

Έχεις πει ποτέ «ναι», ενώ μέσα σου ήθελες να πεις «όχι»; Ίσως γιατί δεν ήθελες να στενοχωρήσεις κάποιον. Ίσως γιατί φοβήθηκες ότι θα θεωρηθείς αγενής, εγωιστής ή αχάριστος. Και όταν τελικά προσπάθησες να βάλεις ένα όριο, αντί να νιώσεις ανακούφιση, ένιωσες ενοχές.

Αν αυτό σου ακούγεται γνώριμο, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δυσκολεύεσαι να επικοινωνήσεις. Πολύ συχνά σημαίνει ότι κάποτε έμαθες πως η διατήρηση της σχέσης είναι πιο σημαντική από την έκφραση των δικών σου αναγκών.

Τα προσωπικά όρια δεν είναι τείχη που μας απομακρύνουν από τους άλλους. Είναι οι νοητές γραμμές που μας βοηθούν να αναγνωρίζουμε τι μας κάνει καλό, τι μας επιβαρύνει και μέχρι πού φτάνει η δική μας ευθύνη. Μας επιτρέπουν να φροντίζουμε τον εαυτό μας χωρίς να χρειάζεται να απομακρυνόμαστε από τους ανθρώπους που αγαπάμε.

Ωστόσο, για πολλούς ανθρώπους, το να πουν ένα απλό «όχι» δεν βιώνεται ως μια φυσιολογική πράξη αυτοπροστασίας. Βιώνεται σαν μια πιθανή απειλή για τη σχέση.

Η θεωρία της προσκόλλησης μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, μέσα από τις σχέσεις με τους βασικούς φροντιστές μας, διαμορφώνουμε εσωτερικά μοντέλα για το πώς λειτουργούν οι σχέσεις και για το τι αξίζουμε μέσα σε αυτές (Bowlby, 1969/1982). Αν οι ανάγκες μας αντιμετωπίζονταν με συνέπεια, αποδοχή και ασφάλεια, είναι πιο πιθανό να μεγαλώσουμε πιστεύοντας ότι μπορούμε να τις εκφράζουμε χωρίς να κινδυνεύει η σχέση. Αντίθετα, όταν η αποδοχή συνοδευόταν από όρους ή όταν η διαφωνία οδηγούσε σε απόρριψη, ένταση ή συναισθηματική απόσταση, μπορεί να μάθουμε ότι για να διατηρήσουμε μια σχέση χρειάζεται να βάζουμε τον εαυτό μας σε δεύτερη μοίρα.

Αυτή η στρατηγική συχνά συνεχίζει να λειτουργεί και στην ενήλικη ζωή. Έτσι, ένα όριο δεν αφορά μόνο το παρόν. Ενεργοποιεί παλιούς φόβους ότι η διεκδίκηση μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση, εγκατάλειψη ή απώλεια της αποδοχής.

Έρευνες δείχνουν ότι η ανασφαλής προσκόλληση συνδέεται με δυσκολίες στη διατήρηση σαφών ορίων ανάμεσα στον εαυτό και στους άλλους, καθώς και με μειωμένη ικανότητα να αναγνωρίζουμε τις δικές μας ανάγκες όταν αυτές συγκρούονται με τις ανάγκες μιας σημαντικής σχέσης (Beeney et al., 2015).

Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι δεν αναρωτιούνται: «Έχω δικαίωμα να πω όχι;». Αναρωτιούνται, έστω και ασυνείδητα: «Αν πω όχι, θα συνεχίσει ο άλλος να με αγαπά;».

Κάπου εδώ εμφανίζεται η ενοχή. Η ενοχή είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα που μας βοηθά να διατηρούμε τις σχέσεις μας όταν πράγματι έχουμε βλάψει κάποιον. Όμως δεν είναι πάντα αξιόπιστος δείκτης ότι κάναμε κάτι λάθος. Μερικές φορές είναι απλώς η ένδειξη ότι κάνουμε κάτι καινούριο.

Άνθρωποι που μεγάλωσαν αναλαμβάνοντας υπερβολική ευθύνη για τα συναισθήματα των γονιών τους ή σε οικογενειακά περιβάλλοντα όπου οι προσωπικές ανάγκες παραμερίζονταν για χάρη της αρμονίας, είναι πιθανότερο να βιώνουν έντονη ενοχή όταν φροντίζουν τον εαυτό τους. Η ενοχή, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν προέρχεται από την πράξη του ορίου, αλλά από την πεποίθηση ότι η αγάπη προϋποθέτει διαρκή διαθεσιμότητα και αυτοθυσία.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι τα όρια δεν είναι μόνο μια συμπεριφορά· είναι και μια εσωτερική αίσθηση ταυτότητας. Προϋποθέτουν να μπορούμε να ξεχωρίζουμε τις δικές μας σκέψεις, ανάγκες και συναισθήματα από εκείνα των άλλων. Η ικανότητα αυτή, που αναπτύσσεται μέσα στις πρώιμες σχέσεις, σχετίζεται με την αναστοχαστική λειτουργία (reflective functioning) και τη δυνατότητα να κατανοούμε τόσο τον δικό μας εσωτερικό κόσμο όσο και των ανθρώπων γύρω μας (Rosso & Airaldi, 2016).

Το ευχάριστο είναι ότι αυτά τα μοτίβα δεν είναι μόνιμα. Ο εγκέφαλος διατηρεί την ικανότητα να αναδιοργανώνεται μέσα από νέες εμπειρίες και ασφαλείς σχέσεις. Η ψυχοθεραπεία προσφέρει έναν χώρο όπου ο άνθρωπος μπορεί να διερευνήσει από πού προέρχονται οι δυσκολίες του, να αναγνωρίσει τις πεποιθήσεις που τις συντηρούν και να δοκιμάσει, σταδιακά, έναν διαφορετικό τρόπο να σχετίζεται. Όχι μαθαίνοντας απλώς να λέει «όχι», αλλά ανακαλύπτοντας ότι μπορεί να εκφράζει τον εαυτό του χωρίς να χάνει τη σύνδεση με τους άλλους.

Ίσως, λοιπόν, το πιο σημαντικό ερώτημα να μην είναι «πώς θα βάζω καλύτερα όρια;», αλλά «τι φοβάμαι ότι θα συμβεί όταν τα βάλω;». Πολύ συχνά, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν αφορά τη σχέση που έχουμε σήμερα, αλλά ιστορίες που ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα. Και όταν αυτές οι ιστορίες αρχίζουν να κατανοούνται, τα όρια παύουν να είναι μια πράξη ενοχής και γίνονται μια πράξη σεβασμού – τόσο προς τον εαυτό μας όσο και προς τις σχέσεις που αξίζει να διατηρήσουμε.

 

Beeney, J. E., Stepp, S. D., Hallquist, M. N., Scott, L. N., Wright, A. G. C., Ellison, W. D., Nolf, K. A., & Pilkonis, P. A. (2015). Attachment and social cognition in borderline personality disorder: Specificity in relation to antisocial and avoidant personality disorders. Personality Disorders: Theory, Research, and Treatment, 6(3), 207–215.

Bowlby, J. (1982). Attachment and loss: Vol. 1. Attachment (2nd ed.). Basic Books. (Original work published 1969).

Rosso, A. M., & Airaldi, C. (2016). Intergenerational transmission of reflective functioning. Frontiers in Psychology, 7, 1903.

 

Τα όρια δεν απομακρύνουν τους ανθρώπους. Ξεκαθαρίζουν τον τρόπο που επιθυμούμε να σχετιζόμαστε μαζί τους.

Κοινοποίηση Άρθρου :