Εφηβεία, δεσμός και μελλοντικές σχέσεις: γιατί η σχέση με τους γονείς εξακολουθεί να μετρά

Η εφηβεία συχνά βιώνεται από τους γονείς ως περίοδος απόστασης, έντασης και απώλειας ελέγχου. Πολλοί περιγράφουν ότι «χάνουν» το παιδί τους, ότι η επικοινωνία δυσκολεύει και ότι η σχέση αλλάζει με τρόπους που δεν αναγνωρίζουν. Από ψυχοθεραπευτική σκοπιά, όμως, η εφηβεία δεν αποτελεί ρήξη του δεσμού, αλλά μια κρίσιμη φάση αναδιοργάνωσής του.

Ο έφηβος δεν παύει να χρειάζεται τον γονέα. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο τον χρειάζεται.

Η θεωρία του δεσμού έχει δείξει ότι το σύστημα προσκόλλησης παραμένει ενεργό καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Στην εφηβεία, όμως, καλείται να συνυπάρξει με μια εξίσου ισχυρή αναπτυξιακή ανάγκη: την ανάγκη για αυτονομία, διαφοροποίηση και διαμόρφωση ταυτότητας. Αυτή η συνύπαρξη συχνά εκδηλώνεται ως αντίφαση: ο έφηβος απομακρύνεται συμπεριφορικά, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθεί να εξαρτάται συναισθηματικά από τη διαθεσιμότητα του γονέα (Scott Brown & Wright, 2001).

Από συστημική σκοπιά, αυτό δημιουργεί ένταση σε ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα. Οι γονείς συχνά προσπαθούν να επαναφέρουν την εγγύτητα μέσω ελέγχου, καθοδήγησης ή επιμονής, ενώ ο έφηβος βιώνει αυτές τις κινήσεις ως εισβολή. Το αποτέλεσμα δεν είναι περισσότερη σύνδεση, αλλά μεγαλύτερη απόσταση.

Στο πλαίσιο της προσέγγισης SANE, η εφηβεία μπορεί να ιδωθεί ως φάση όπου το σύστημα καλείται να αντέξει τη διαφοροποίηση χωρίς να καταρρεύσει συναισθηματικά. Ο στόχος δεν είναι να «κρατηθεί» το παιδί κοντά, αλλά να παραμείνει η σχέση ασφαλής ακόμη και όταν η εγγύτητα αλλάζει μορφή.

Η έρευνα δείχνει ότι η ποιότητα του δεσμού με τους γονείς στην εφηβεία συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που οι νέοι άνθρωποι ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους. Μελέτες έχουν δείξει ότι η ασφαλής προσκόλληση σχετίζεται με μεγαλύτερη ικανότητα συναισθηματικής ρύθμισης, ενώ η ανασφαλής προσκόλληση —είτε με τη μορφή άγχους είτε αποφυγής— συνδέεται με δυσκολίες στη διαχείριση έντονων συναισθημάτων (Verhees et al., 2021).

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τις μελλοντικές σχέσεις. Ο τρόπος που ένας έφηβος μαθαίνει να αντέχει την ένταση, την απόρριψη, την εγγύτητα ή τη σύγκρουση μέσα στη σχέση με τους γονείς του, γίνεται το υπόστρωμα πάνω στο οποίο θα χτιστούν αργότερα οι ερωτικές και στενές διαπροσωπικές του σχέσεις. Δεν πρόκειται για μίμηση συμπεριφορών, αλλά για εσωτερικευμένα σχήματα σχέσης.

Η σύγχρονη έρευνα δείχνει μάλιστα ότι αυτές οι εμπειρίες δεν είναι μόνο ψυχολογικές, αλλά συνδέονται και με την αναπτυξιακή πορεία του εγκεφάλου. Διαστάσεις του δεσμού στην εφηβεία έχουν συσχετιστεί με τροχιές ωρίμανσης περιοχών του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη ρύθμιση, την κοινωνική κατανόηση και την επεξεργασία συναισθήματος (Puhlmann et al., 2023). Με απλά λόγια: η σχέση με τους γονείς δεν «επηρεάζει μόνο τη συμπεριφορά», αλλά διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο ο έφηβος μαθαίνει να σχετίζεται με τον εαυτό του και τους άλλους.

Από ψυχοθεραπευτική σκοπιά, αυτό μεταφράζεται σε ένα κρίσιμο ερώτημα:
Μπορεί ο γονέας να παραμείνει συναισθηματικά διαθέσιμος χωρίς να είναι ελεγκτικός;

Στην πράξη, οι έφηβοι δεν χρειάζονται γονείς που έχουν όλες τις απαντήσεις. Χρειάζονται γονείς που αντέχουν να μη γνωρίζουν, που μπορούν να ακούν χωρίς να διορθώνουν άμεσα, που δεν εκλαμβάνουν την απομάκρυνση ως προσωπική απόρριψη. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα, η προβλεψιμότητα και η μη τιμωρητική στάση απέναντι στη διαφοροποίηση λειτουργούν ως «ασφαλής βάση», ακόμη κι όταν ο έφηβος δεν την αναγνωρίζει ρητά.

Στο SANE πλαίσιο, η έμφαση δεν δίνεται στο «σωστό» γονεϊκό χειρισμό, αλλά στη σχέση ως ζωντανό σύστημα. Όταν το σύστημα αντέχει την αλλαγή χωρίς να καταφύγει σε υπερδιόρθωση ή απόσυρση, δημιουργείται χώρος για ανάπτυξη. Όταν, αντίθετα, η αγωνία των ενηλίκων οδηγεί σε ένταση, έλεγχο ή συναισθηματική απόσταση, το σύστημα οργανώνεται γύρω από την ανασφάλεια.

Ίσως το πιο δύσκολο —και πιο θεραπευτικό— σημείο για τους γονείς στην εφηβεία είναι αυτό:
να παραμείνουν παρόντες χωρίς να γίνουν παρεμβατικοί,
να αντέξουν την αλλαγή χωρίς να προσπαθήσουν να την ακυρώσουν,
και να εμπιστευτούν ότι η σχέση μπορεί να αλλάξει μορφή χωρίς να χαθεί.

Γιατί τελικά, οι σχέσεις που θα δημιουργήσει ένας άνθρωπος αργότερα δεν βασίζονται τόσο σε όσα του είπαν οι γονείς του, όσο στον τρόπο που τον έκαναν να νιώθει μέσα στη σχέση μαζί τους.

 

Puhlmann, L. M. C., et al. (2023). Longitudinal associations between attachment dimensions and neurostructural development from adolescence to early adulthood.

Scott Brown, L., & Wright, J. (2001). Attachment theory in adolescence. Journal of Adolescence.

Verhees, M. W. F. T., et al. (2021). Attachment and depressive symptoms in adolescence: The mediating role of emotion regulation. Journal of Youth and Adolescence.

 

Η εφηβεία δεν είναι ρήξη του δεσμού· είναι η στιγμή που ο δεσμός δοκιμάζεται για να αντέξει την αυτονομία.

Κοινοποίηση Άρθρου :