Γιατί μας συγκινεί τόσο πολύ το Stranger Things;

 

Όταν τα παιδιά δεν χρειάζονται σωτηρία, αλλά εμπιστοσύνη

Όταν τα παιδιά δεν χρειάζονται σωτηρία, αλλά εμπιστοσύνη. Το Stranger Things δεν μας συγκινεί επειδή αφηγείται μια ιστορία τρόμου, αλλά επειδή, κάτω από την επιφάνεια του φαντασιακού, αγγίζει κάτι βαθιά ανθρώπινο και ψυχοθεραπευτικά γνώριμο: τον τρόπο που τα παιδιά αντιλαμβάνονται, επεξεργάζονται και αντέχουν τον φόβο, και τον τρόπο που οι ενήλικες συχνά δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν αυτή την ικανότητα.

Στη σειρά, τα παιδιά είναι εκείνα που παρατηρούν πρώτα ότι κάτι δεν πάει καλά. Δεν διαθέτουν πλήρη πληροφόρηση, ούτε ολοκληρωμένα γνωστικά εργαλεία, όμως διαθέτουν κάτι εξίσου σημαντικό: προσεκτική παρατήρηση, διάθεση για σύνδεση και σοβαρότητα απέναντι στις συνέπειες. Συνδέουν στοιχεία, διατυπώνουν υποθέσεις, τις αμφισβητούν και τις αναθεωρούν όταν τα δεδομένα αλλάζουν. Τσακώνονται, αποδιοργανώνονται, απομακρύνονται στιγμιαία και επιστρέφουν. Η σκέψη τους δεν είναι χαοτική· είναι αναπτυξιακή.
Οι ενήλικες, αντίθετα, εμφανίζονται συχνά παγιδευμένοι σε μηχανισμούς άρνησης, υπερανάλυσης ή πρόωρης απόρριψης. Τείνουν να αγνοούν ή να ακυρώνουν τις παρατηρήσεις των παιδιών, όχι απαραίτητα επειδή είναι λανθασμένες, αλλά επειδή προέρχονται από παιδιά. Στη βάση αυτής της στάσης βρίσκεται μια βαθιά ριζωμένη σύγχυση: η μικρότερη εμπειρία ταυτίζεται με τη μικρότερη ικανότητα. Η αναπτυξιακή ατελείωτη ωρίμανση εκλαμβάνεται ως ανεπάρκεια.Από ψυχοθεραπευτική σκοπιά, αυτή η σύγχυση έχει ουσιαστικές συνέπειες. Όταν η εμπειρία ενός παιδιού δεν αναγνωρίζεται, δεν ακυρώνεται απλώς μια ιδέα ή μια παρατήρηση· ακυρώνεται η υποκειμενική του πραγματικότητα. Το παιδί μαθαίνει σταδιακά ότι αυτό που βλέπει, αισθάνεται ή σκέφτεται δεν είναι αξιόπιστο. Η επαναλαμβανόμενη μη-αναγνώριση δεν πλήττει μόνο την αυτοεκτίμηση, αλλά και τη βασική εμπιστοσύνη προς τον εαυτό και προς τη σχέση.Το Stranger Things δείχνει με ιδιαίτερη καθαρότητα ότι τα παιδιά δεν ανθίζουν επειδή οι ενήλικες ελέγχουν την κατάσταση. Ανθίζουν όταν υπάρχει τουλάχιστον ένας ενήλικας που μπορεί να μετακινηθεί από τη θέση της καθοδήγησης στη θέση της ακρόασης. Όχι για να διορθώσει, να οργανώσει ή να «σώσει», αλλά για να ακούσει με σοβαρότητα. Σχεδόν σε κάθε σεζόν, η κρίσιμη καμπή έρχεται τη στιγμή που ένας ενήλικας εμπιστεύεται τα λόγια ενός παιδιού αρκετά ώστε να τα ενσωματώσει στη δική του κατανόηση της πραγματικότητας. Εκεί μεταβάλλεται το σύστημα.

Η εμπιστοσύνη και η υποτίμηση δεν είναι αντίθετα άκρα, αλλά δύο εκφάνσεις του ίδιου προβλήματος. Όταν δεν εμπιστευόμαστε την ικανότητα των παιδιών να νοηματοδοτούν την εμπειρία τους, παρεμβαίνουμε υπερβολικά. Δομούμε εκ των προτέρων, επιταχύνουμε λύσεις, διορθώνουμε διαδικασίες που δεν έχουν ακόμη την ευκαιρία να εξελιχθούν. Αυτή η υπερπαρέμβαση συχνά παρουσιάζεται ως φροντίδα, αλλά στην πράξη περιορίζει την αυτενέργεια, την εξερεύνηση και την ανάπτυξη εσωτερικών εργαλείων ρύθμισης.

Το παιχνίδι αποτελεί ίσως το πιο σαφές παράδειγμα αυτής της δυναμικής. Στο ελεύθερο παιχνίδι, τα παιδιά κατανοούν και διαχειρίζονται σύνθετα συστήματα. Διαπραγματεύονται ρόλους, επεξεργάζονται τον φόβο, δοκιμάζουν το ρίσκο, συγκροτούν θεωρίες για τον κόσμο και τις τροποποιούν όταν τα δεδομένα αλλάζουν. Πρόκειται για διαδικασίες που θυμίζουν επιστημονική σκέψη σε αναπτυξιακή μορφή. Όταν το παιχνίδι διακόπτεται διαρκώς από ενήλικες που καθοδηγούν, επιβλέπουν ή διορθώνουν, δεν αυξάνεται η ασφάλεια· μειώνεται ο χώρος μέσα στον οποίο μπορεί να αναδυθεί η ικανότητα.

Το Stranger Things δεν παρουσιάζει τα παιδιά ως άφοβους ήρωες. Τα παρουσιάζει φοβισμένα, ευάλωτα, συχνά αποδιοργανωμένα. Αυτό που αναδεικνύει, όμως, είναι ότι η ικανότητά τους δεν αναπτύσσεται παρά τον φόβο, αλλά μέσα στη σχέση. Η ομάδα λειτουργεί ως ρυθμιστικό πλαίσιο, ως χώρος συν-νοηματοδότησης και συναισθηματικής στήριξης. Με ψυχοθεραπευτικούς όρους, πρόκειται για μια μορφή συλλογικής ρύθμισης που επιτρέπει στο άτομο να αντέξει εμπειρίες που δεν θα μπορούσε να αντέξει μόνο του.

Ίσως αυτό να είναι και το πιο άβολο μήνυμα της σειράς. Όχι ότι τα παιδιά είναι πιο δυνατά απ’ όσο νομίζουμε, αλλά ότι είναι ήδη ικανά. Και ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι η ανωριμότητά τους, αλλά η δική μας δυσκολία να τα εμπιστευτούμε χωρίς να τα ελέγξουμε, να τα ακούσουμε χωρίς να τα μειώσουμε και να τα δούμε όχι ως «υπό διαμόρφωση», αλλά ως υποκείμενα με εμπειρία, διορατικότητα και αξία.

Ίσως τελικά αυτό να είναι που κάνει το Stranger Things τόσο θεραπευτικά φορτισμένο. Δεν μας ζητά να σώσουμε τα παιδιά. Μας καλεί να αναρωτηθούμε αν μπορούμε να σταθούμε αρκετά παρόντες ώστε να τα πάρουμε στα σοβαρά. Και αυτή η ερώτηση δεν αφορά μόνο τα παιδιά. Αφορά κάθε σχέση όπου η εμπειρία του άλλου περιμένει να αναγνωριστεί.

Στην ψυχοθεραπευτική πράξη, συναντάμε συχνά ενήλικες που δυσκολεύονται να εμπιστευτούν τη δική τους εμπειρία. Που αμφιβάλλουν για όσα νιώθουν, σκέφτονται ή αντιλαμβάνονται. Πολύ συχνά, αυτή η δυσκολία δεν ξεκινά στην ενήλικη ζωή, αλλά έχει τις ρίζες της σε πρώιμες εμπειρίες όπου η φωνή τους δεν ακούστηκε ή δεν λήφθηκε σοβαρά.

Το Stranger Things μας υπενθυμίζει κάτι ουσιαστικό: η ανάπτυξη δεν ευνοείται από τον έλεγχο, αλλά από τη σχέση. Από την εμπιστοσύνη ότι η εμπειρία του άλλου έχει αξία, ακόμη κι όταν είναι ατελής ή ασαφής. Στην ψυχοθεραπεία, όπως και στη ζωή, η αλλαγή ξεκινά συχνά τη στιγμή που κάποιος σταματά να μας διορθώνει και αρχίζει να μας ακούει.

 

Όταν ακυρώνεται η εμπειρία ενός παιδιού, δεν χάνεται μια ιδέα· χάνεται η εμπιστοσύνη στον εαυτό.

Κοινοποίηση Άρθρου :